καρτός

καρτός
καρτός, -ή, -όν (AM)
1. αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να κόψει σε τεμάχια
2. ο κομμένος σε τεμάχια
αρχ.
ο κομμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι λείος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καρ-τός (< θ. καρ-, συνεσταλμένη μεταπτωτική βαθμίδα τής ρίζας κερ- τού κείρω, πρβλ. παθ. αόρ. ε-κάρ-ην) + κατάλ. -τός (πρβλ. θαυμασ-τός, κλυ-τός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κάρτος — κάρτος, τὸ (Α) (επικ. και δωρ. τ.) βλ. κράτος …   Dictionary of Greek

  • καρτός — shorn smooth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρτος — strength neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτά — καρτός shorn smooth neut nom/voc/acc pl καρτά̱ , καρτός shorn smooth fem nom/voc/acc dual καρτά̱ , καρτός shorn smooth fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρτει — κάρτος strength neut nom/voc/acc dual (attic epic) κάρτεϊ , κάρτος strength neut dat sg (epic ionic) κάρτος strength neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτόν — καρτός shorn smooth masc acc sg καρτός shorn smooth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρτη — κάρτος strength neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) κάρτος strength neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτοί — καρτός shorn smooth masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτοῦ — καρτός shorn smooth masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτή — καρτός shorn smooth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”